συνεπιγράφουσιν

συνεπιγράφουσιν
σύν-ἐπιγράφω
mark the surface
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
σύν-ἐπιγράφω
mark the surface
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • συνεπιγράφω — Α [ἐπιγράφω] 1. καταγράφω κάτι μαζί ή συγχρόνως με κάποιον άλλο 2. αναγράφω κάποιον ως αίτιο μαζί ή συγχρόνως με κάποιον άλλο («ὅθεν οἱ μεγάλοι καὶ δαίμονα καὶ τύχην τοῑς κατορθώμασι συνεπιγράφουσιν», Πλούτ.) 3. μέσ. συνεπιγράφομαι επιδοκιμάζω,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”